Friends of music  
 
 

 

Kωστής Παλαμάς

Γεννήθηκε το 1859 στην Πάτρα. Μεγάλωσε στο Μεσολόγγι. Από το 1897 μέχρι και το 1928 εργάστηκε ως γενικός γραμματέας στο Πανεπιστήμιο. Τιμήθηκε με το Εθνικό Αριστείο Γραμμάτων, μέλος της Ακαδημίας Αθηνών, επίτιμος δημότης Θεσσαλονίκης. Πέθανε στις 27 Φεβρουαρίου του 1943 την περίοδο της Ελληνογερμανικής κατοχής. Έργα του κατανεμημένα σε 11 τόμους: "Τα τραγούδια της πατρίδος μου", "Τα πρώτα κριτικά", "Η ασάλευτη ζωή", "Θάνατος του παληκαριού", "Η φλογέρα του βασιλιά", "Γράμματα", "Βωμοί", "Ποιητική τέχνη και γλώσσα", "Δειλοί και σκληροί στίχοι", "Πεζοί δρόμοι", Βραδινή φωτιά".

ΜΙΑ ΠΙΚΡΑ

Τα πρώτα μου χρόνια τ’ αξέχαστα τα ‘ζησα
κοντά στ’ ακρογιάλι,
στη θάλασσα εκεί την ρηχή και την ήμερη
στη θάλασσα εκεί την πλατιά, τη μεγάλη.

Και κάθε φορά που μπροστά μου η πρωτάνθιστη
ζωούλα προβάλλει
και βλέπω τα ονειράτα κι ακούω τα μιλήματα
των πρώτω μου χρόνω κοντά στ’ ακρογιάλι,

στενάζεις καρδιά μου, το ίδιο αναστένασμα
να ζούσα και πάλι
στη θάλασσα εκεί τη ρηχή και την ήμερη
στη θάλασσα εκεί την πλατιά, τη μεγάλη

Μια μένα είν’ η μοίρα μου, μια μένα είν’ η χάρη μου,
δε γνώρισα κι άλλη
Μια θάλασσα μέσα μου σα λίμνη γλυκόστρωτη
και σαν ωκιανός ανοιχτή και μεγάλη

Και να! Μες στον ύπνο μου την έφερε τ’ όνειρο
κοντά μου και πάλι
τη θάλασσα εκεί τη ρηχή και την ήμερη
τη θάλασσα εκεί την πλατιά, τη μεγάλη.

Κι εμέ, τρισαλίμονο! Μια πίκρα με πίκραινε,
μια πίκρα μεγάλη
και δε μου τη γλύκαινες, πανώριο ξαγνάντεμα
της πρώτης λαχτάρας μου καλό μου ακρογιάλι!

Ποια τάχα φουρτούνα φουρτούνιαζε μέσα μου
και ποια ανεμοζάλη
που δεν μου την κοίμιζες και δεν την ανάπαυες
πανώριο ξαγνάντεμα, κοντά στ’ ακρογιάλι;

Μια πίκρα είν’ αμίλητη, μια πίκρα ειν’ αξήγητη,
μια πίκρα μεγάλη,
η πίκρα που είν’ άσβηστη και μες στον παράδεισο
των πρώτω μας χρόνω κοντά στ’ ακρογιάλι.

 

ΑΝΑΤΟΛΗ

Γιαννιώτικα, σμυρνιώτικα, πολίτικα
μακρόσυρτα τραγούδια ανατολίτικα
λυπητερά,
πώς η ψυχή μου σέρνεται μαζί σας!
Είναι χυμένη από τη μουσική σας
και πάει με τα δικά σας τα φτερά.

Σας γέννησε και μέσα σας μιλάει
και βογγάει και βαριά μοσκοβολάει
μια μάνα, καίει το λάγνο της φιλί
κι είναι της Μοίρας λάτρισσα και τρέμει
ψυχή όλη σάρκα, σκλάβα σε χαρέμι
η λαγγεμένη Ανατολή.

Μέσα σας κλαίει το μαύρο φτωχολόι,
κι όλα σας, κι η χαρά σας, μοιρολόι
πικρό κι αργό,
μαύρος, φτωχός και σκλάβος και ακαμάτης
στενόκαρδος, αδούλευτος,. – διαβάτης
μ’ εσάς κι εγώ.

Στο γιαλό που του φύγαν τα καϊκια
και του μειναν τα κρίνα και τα φύκια,
στ’ όνειρο του πελάου και τ’ ουρανού
άνεργη τη ζωή να ζούσα κι έρμη,
βουβός, χωρίς καμιάς φροντίδας θέρμη,
με τόσο νου,

όσος φτάνει σα δέντρο για να στέκω
και καπνιστής με τον καπνό να πλέκω
δαχτυλιδάκια γαλανά
και κάποτε το στόμα να σαλεύω
κι απάνω του να ξαναζωντανεύω
τον καημό που βαριά σας τυραννά

κι όλο αρχίζει, γυρίζει, δεν τελειώνει.
Και μια φυλή ζει μέσα σας και λιώνει
και μια ζωή δεμένη σπαρταρά,
γιαννιώτικα, σμυρνιώτικα, πολίτικα,
μακρόσυρτα τραγούδια ανατολίτικα,
λυπητερά.

ΓΥΝΑΙΚΑ, ΑΝ ΘΕΣ...

Γυναίκα, αν θες αντρίκεια να δουλέψεις
για τον ξεσκλαβωμό σου, δε σε φτάνει
να κάψεις, να σκορπίσεις, να ξοδέψεις
το χρυσάφι, τη σμύρνα, το λιβάνι
στο νέο βωμό. Μέσα σου πρώτα κάψε
το τριπλό ξόανο που τους δούλους κάνει,

Συνήθεια, Κέρδος, Πρόληψη. Και σκάψε,
και του παλιού καιρού τα παραμύθια,
κι ας είν’ όμορφα, μια για πάντα θάψε.

Α! Τα μεστά καμαρωτά σου στήθια
βραχνάς τα πνίγει, πνιχ’ τον πολεμίστρα
για την Αγάπη και για την Αλήθεια.
Πάντα μαζί σου κι η Ομορφιά η μεθύστρα.

 

Ο ΛΟΓΟΣ ΠΟΥ ΧΤΥΠΑ

Όποιος στοχαστικός, σα γιαταγάνι
το στοχασμό του αντρίκεια ας τονε βγάζει.
Πες τα, και ακέρια και γυμνά, δε φτάνει
να λαμπ’ η αλήθεια, πρέπει και να σφάζει.
Ο λόγος, που χτυπά και που θυμώνει
ριζώνει και της γης την όψη αλλάζει.

Ο λόγος, άξιος, και σφυρί, και ακόνι.
Μην κοιτάς το χοντρόλογο παζάρι,
μην ακούς τ’ ανοστόλογο σαλόνι.

Μα σ’ όλα νόημα, δύναμη και χάρη,
σ’ αρχοντιά και σε πλέμπα, γη δεν είναι
να την καταφρονάς, περιβολάρη.
Παντού μπορείς ν’ ανθίσεις, του νου κρίνε!

 

ΣΤΟΧΑΣΜΟΣ ΤΩΝ ΤΕΛΕΥΤΑΙΩΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ

Όπου ηχούσαν οι ναοί Ωσαννά
γέρνουν γκρεμισμένοι βουβοί λίθοι
κάποια σκιάχτρα, κάποια ονειράτα
θεοί λέγονταν, τους πήρε η λήθη.

Φύγατε κι εσείς αγύριστα
χρυσοπλάστες της ιδέας ω Μύθοι!
Τυφλοί νόμοι στ’ άδεια Απέραντα
σπρώχνουν πύρινων αβύσων πλήθη.

Όμως όμοια ο χρυσομάλλης νεκρός Φοίβος,
όμοια κι ο ήλιος που ζει τώρα ο αβυσόκοσμος
κανείς, θεός ή νόμος, εδώ κάτου
δε μας λύτρωσε και δεν θα μας λυτρώσει
μήτε από νύχια του έρωτα,
μήτε από τα δόντια του θανάτου.

 

Η ΓΛΩΣΣΑ ΤΗΣ ΡΩΜΙΟΣΥΝΗΣ

Του λόγου εσύ νεράιδα, της μητέρας μου
και της ψυχής μου γλώσσα, καταφρόνια μύρια
σκάψαν την όψη σου, έσκυψαν το μέτωπο σου
στυλώσου ορθή! Σου τραγουδώ τα νικητήρια!

Από τους κόσμους του Αύριο το μήνυμα της νίκης
εγώ σου φέρνω, ως αστεριού, που ως εδώ κάτου
η λάμψη του ύστερ’ από χρόνους θα ‘ρθει. Ω γλώσσα
της Ρωμιοσύνης, ω νικήτρια του θανάτου.

 

ΤΑ ΠΟΥΛΙΑ

Στο δάσος έστησα του Πόθου όλα τα ξόβεργα
κι έπιασα τα πιο γνώριμα πουλιά και τα πιο ξένα
κι εκείνα που όλο κελαϊδούν, και τα βουβά,
και τ’ άσπρα και τα κίτρινα και τα σμαλτοχυμένα

Κι όσα πικροδαγκώνουν, και τα πιο απαλά
και τα πουλιά που σέρνονται σα λαβωμένα χάμου
και τ’ άλλα με τ’ ανήσυχα πλατιά φτερά
και σ’ άλλο δάσος τ’ άφησα, μες στην καρδιά μου.

 

ΤΟ ΧΡΕΟΣ

Θεός και πλάστης έγινα
και την Αγάπην έπλασα, και στον παράδεισο της
ηταν η Αγάπη μοναχή, κι ένα θλιμμένο σύγνεφο
αλαθροθάμπωνε το θείο το πρόσωπο της.

Κι εγώ την αποκοίμισα, κι απ’ το πλευρό της πήρα
και σύντροφο της έκαμα – Ποιος είσαι εσύ ο Ωραίος;
Ασάλευτε και αγέλαστε, ποιος είσαι; η πέτρα; η Μοίρα;
Ποιος είσαι; - Είμαι το χρέος

 

Η ΠΛΗΜΜΥΡΑ

Βροχή, όλο κλαις, κι εσύ, μουγγή νοτιά!
Νερό παντού, νικήτρα είν’ η πλημμύρα
στα δόντια ενός ογρού καταποτήρα
τα σπίτια, οι δρόμοι, οι μώλοι, η χώρα να!

Πλημμύρα, όλα εδώ κάτου θα τα πιεις
το στόμα σου κι εμείς το καρτεράμε
Από τη θάλασσα ήρθαμε, θα πάμε
στη θάλασσα. Είν’ ο νόμος της ζωής.

Αγκάλιασε και ρούφηξε κι εμάς,
και κάμε μας, ω μάισσα, χρυσά ψάρια,
και κάμε τους καημούς μαργαριτάρια,
και κοράλλια τα φύλλα της καρδιάς.

Ως που ναρθει από πέρα λυτρωτής
ρηγόπουλο τα μάγια να χαλάσει
στον ήλιο για να μας ξανανεβάσει
και στη φουρτούνα. Ο κύκλος της ζωής.

 


© 2006-2017 Friends of music GR